Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζιγκ–ζαγκ  
ουσιαστικό ουδέτερο

lo zig‑zag, lo zigzagare, zigzagamento

ζιγκ–ζαγκ
επίρρημα

a zig-zag

ζικ–ζακ
επίρρημα

variante di [ζιγκ–ζαγκ]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζιγανεύω ζιγκζαγκωτός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---