Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζύγι  
ουσιαστικό ουδέτερο

1 ((popolare)) peso ~m~, il pesare ~m~, pesatu`ra ~f~ μας έκλεψε στο ζύγι == ci ha rubato / inbrogliato sul peso
2 uno dei pesi della bila`ncia
3 ((al plurale)) i pesi della bilancia

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζυγαριά ζυγιάζομαι  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---