Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ακτή [θηλ.ουσ] ακτινογράφηση [θηλ.ουσ]
ακτήμονας [επίθ.] ακτινογραφία {ακτινογρα...
ακτήμονας [ουσ αρσ ] ακτινογραφικά [επίρ.]
ακτημοσύνη {χωρ. πληθ... ακτινογραφικός [επίθ.]
ακτήμων {ακτήμ-ονο... ακτινογραφώ {ακτινογρα...
ακτησία [θηλ.ουσ] ακτινοδερματίτιδα [θηλ.ουσ]
ακτιβισμός {χωρ. πληθ... ακτινοδιαγνωστική [θηλ.ουσ]
ακτιβιστής {ακτιβιστρ... ακτινοδιαγνωστικός [επίθ.]
ακτιβιστικός [επίθ.] ακτινοειδής {ακτινοειδ...
ακτιβίστρια (η) ακτινόζωα [ουσ ουδ πληθ.]
ακτίνα (-ας, η) ακτινοθεραπεία {ακτινοθερ...
ακτινεργός [επίθ.] ακτινοθεραπευτικός [επίθ.]
ακτινίδιο {-ου κ. -ί... ακτινολογία {χωρ. πληθ...
ακτινικά [επίρ.] ακτινολογικός [επίθ.]
ακτινικός [επίθ.] ακτινολόγος [ουσ αρσ και θηλ.]
ακτίνιο {ακτινίου} ακτινομετρία (η)
ακτινισμός [ουσ αρσ ] ακτινομετρικός [επίθ.]
ακτινοανθεκτικότητα [θηλ.ουσ] ακτινόμετρο [ουσ ουδ.]
ακτινοβόληση {-ης κ. -ή... ακτινοσκόπηση {-ης κ. -ή...
ακτινοβολία {ακτινοβολ... ακτινοσκοπικός [επίθ.]
ακτινοβόλος [επίθ.] ακτινωτός [επίθ.]
ακτινοβολούμενος [επίθ.] ακτογραμμή [θηλ.ουσ]
ακτινοβολώ {ακτινοβολ... ακτοπλοΐα {χωρ. πληθ...
ακτινοβολών [επίθ.] ακτοπλοϊκά [επίρ.]
ακτινογράφημα [ουσ ουδ.] ακτοπλοϊκός [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: