Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

αλαλαγμός [ουσ αρσ ] αλατέμπορας [ουσ αρσ ]
αλαλάζω {αλάλαξα} αλάτι {αλατ-ιού ...
αλαλασμός [ουσ αρσ ] αλατιέρα {δύσχρ. αλ...
αλαλαχή [θηλ.ουσ] αλατίζω {αλάτισ-α,...
αλαλία {χωρ. πληθ... αλάτισμα [ουσ ουδ.]
αλαλιάζω {αλάλιασ-α... αλατισμένος [επίθ.]
αλαλιασμένος [επίθ.] αλατόμετρο {-ου κ. -έ...
άλαλος [επίθ.] αλατόνερο [ουσ ουδ.]
αλαλούμ {άκλ.} αλατοπίπερο [ουσ ουδ.]
αλαμπής {αλαμπ-ούς... αλατοπιπερωμένος [επίθ.]
αλάνα {δύσχρ. αλ... αλατοποίηση {-ης κ. -ή...
αλάνης {αλάνηδες} αλατοποιώ [-είς, -εί...
αλάνθαστος [επίθ.] αλατούχος [επίθ.]
αλάνι {αλαν-ιού ... αλατοφόρος [επίθ.]
αλανιάρα [θηλ.ουσ] αλατωρυχείο [ουσ ουδ.]
αλανιάρης {αλανιάρηδ... αλάφι [ουσ ουδ.]
αλανιάρισσα [θηλ.ουσ] αλαφιάζομαι [ρ. παθ.]
αλάνισσα [θηλ.ουσ] αλάφιασμα [ουσ ουδ.]
αλαξά [θηλ.ουσ] αλαφιασμένα [επίρ.]
αλάργα [επίρ.] αλαφιασμένος [επίθ.]
αλαργεμένος [επίθ.] αλαφίνα [θηλ.ουσ]
αλαργινός [επίθ.] αλαφραγγίζω [ρ. μτβ.]
αλάργο [επίρ.] αλαφραίνω aor αλάφρυ...
αλάργου [επίρ.] αλαφραίνω aor αλάφρυ...
άλατα [ουσ ουδ πληθ.] αλαφρένω aor αλάφρυ...

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: