Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αγαμία  
ουσιαστικό θηλυκό

1 άντρας celiba`to η αγαμία του κλήρου==il celibato del clero
2 γυναίκα nubila`to
3 manca`nza ~f~ di rappo`rti ~mp~ sessua`li

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  Αγαμέμνων αγαμικός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---