Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αγάς  
ουσιαστικό αρσενικό

1 pascià ~m~
2 de`spota ~m~; sa`trapo ~m~
3 pascià ~m~; perso`na ~f~ agia`ta

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αγαρμποσύνη αγαστός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---