Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γαλαντόμος  
ουσιαστικό αρσενικό

1 genero`so ~m~; libera`le ~m~
2 cavalie`re ~m~; gentiluo`mo ~m~ είναι γαλαντόμος με τις κυρίες==con le donne é un vero gentiluomo

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γαλαντομία γαλαξιακός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---