Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γαζώνω  
ρήμα μεταβατικό

1 cuci`re a ma`cchina
2 ((figurato)) colpi`re con ra`ffiche di mitragliatri`ce

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γαζωμένος γαζώτρια  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---