Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γιαγιά  
ουσιαστικό θηλυκό

1 no`nna ~f~
2 vecchie`tta ~f~ βοήθησα δύο γιαγιές να περάσουν απέναντι==ho aiutato due vecchiette ad attraversare la strada

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  για γιαγιάκα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---