Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


κωλοχανείο  
ουσιαστικό ουδέτερο

((volgare)) luogo ~m~ dove regna un gran casi`no, borde`llo

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  κωλοφωτιά κωλόχαρτο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---