Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


κωλύομαι  
ρήμα παθητικό

((arcaico)) non e`ssere in grado di fare qualco`sa, ave`re qualche difficoltà a fare qualco`sa κωλύoμαι να απαντήσω αυτή τη στιγμή == in questo momento non sono in grado di rispondere

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  κώλυμα κωλυόμενος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---