Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λεμπίδι
ουσιαστικό ουδέτερο

variante di [λεπίδι]

λεπίδι  
ουσιαστικό ουδέτερο

lama έπεσε λεπίδι == è stato un macello

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λεμούριος λεμπουνάρι  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---