Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ναύαρχος
ουσιαστικό αρσενικό

1 ammiraglio
2 alto ufficiale dell'ammiragliato
3 navarco

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ναυαρχίδα ναύδετο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---