Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θαλάμη  
ουσιαστικό θηλυκό

1 rifu`gio ~m~, nascondi`glio ~m~, tana ~f~ (specialmente di un polipo)
2 militare armi ca`mera ~f~ di sco`ppio

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  θαλαμάρχισσα θαλαμηγός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---