Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θώκος  
ουσιαστικό αρσενικό

1 ((letterario)) se`ggio ~m~
2 (fig) se`ggio ~m~, inca`rico ~m~, ca`rica ~f~ πρωθυπoυργικός θώκoς == carica di primo ministro

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  θύω Θωμάς  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---