Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θωπεία  
ουσιαστικό θηλυκό

1 ((letterario)) care`zza ~f~
2 ((letterario)) ((figurato)) lusi`nga ~f~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  Θωμάς θωπευμένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---