Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


azzittire  
ρήμα μεταβατικό και αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [attzitˈtire]

επιβάλλω σιγή

azzittìrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [attzitˈtirsi]

σιωπώ


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  azzimo azzonamento  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

azzima (θηλ.ουσ)
azzimare (ρ. μτβ.)
azzimarsi (ρ.μ. (αντων.))
azzimato (επίθ.)
azzimo (επίθ.)
azzittire (ρ. μτβ. και αμετβ.)
azzittirsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzonamento (ουσ αρσ )
azzoppare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
azzopparsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzoppire (ρ. μτβ. και αμετβ.)
azzoppirsi (ρ.μ. (αντων.))
azzuffamento (ουσ αρσ )
azzuffarsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzurraggio (ουσ αρσ )
azzurramento (ουσ αρσ )
azzurrare (ρ. μτβ.)
azzurrarsi (ρ.μ. (αντων.))
azzurrino (ουσ αρσ )
azzurrino (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---