Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


bacchettonerìa  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [bakkettoneˈria]

1 φανατισμός
2 στενοκεφαλιά
3 στενομυαλιά
4 θρησκομανία
5 θρησκοληψία
6 συμπεριφορά φανατισμένου


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  bacchettone bacchiare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

bacchetta (θηλ.ουσ)
bacchettare (ρ. μτβ.)
bacchettata (θηλ.ουσ)
bacchetto (ουσ αρσ )
bacchettone (ουσ αρσ )
bacchettoneria (θηλ.ουσ)
bacchiare (ρ. μτβ.)
bacchiata (θηλ.ουσ)
bacchiatura (θηλ.ουσ)
bacchico (επίθ.)
bacchio (ουσ αρσ )
bacciforme (επίθ.)
bacco (ουσ αρσ )
bacheca (θηλ.ουσ)
bachelite (θηλ.ουσ)
bacherozzo (ουσ αρσ )
bacherozzolo (ουσ αρσ )
bachicoltore (ουσ αρσ )
bachicoltura (θηλ.ουσ)
baciamano (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---