Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


dùplice  
θηλυκό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdupliʧe]

1 διπλάσιος
2 διπλός
3 διττός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  duplicazione duplicità  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

duplex (αρσ. επίθ και ουσ)
duplicare (ρ. μτβ.)
duplicato (ουσ αρσ )
duplicatore (αρσ. επίθ και ουσ)
duplicazione (θηλ.ουσ)
duplice (θηλ. επίθ και ουσ)
duplicità (θηλ.ουσ)
durabile (επίθ.)
durabilità (θηλ.ουσ)
duracino (επίθ.)
duralluminio (ουσ αρσ )
duramadre (θηλ.ουσ)
durame (ουσ αρσ )
duramente (επίρ.)
durante (πρόθ.)
durare (ρ.αμτβ.)
durata (θηλ.ουσ)
durativo (αρσ. επίθ και ουσ)
duraturo (επίθ.)
durevole (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---