ItalianoGreco


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • emicrània (θηλ.ουσ) mal di testa ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
  • emicranìa (θηλ.ουσ) deformazione fetale

emicrània  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [emiˈkranja]

1 πόνος εντοπισμένος στο ένα μισό του κρανίου
2 ημικρανία


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---