Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


hènna  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈɛnna]

1 καστανοκόκκινη βαφή μαλλιών
2 φυτό lawsonia inermis


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  hegelismo henné  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

haute–couture (θηλ.ουσ)
hawaiano (αρσ. επίθ και ουσ)
hegeliano (ουσ αρσ )
hegeliano (επίθ.)
hegelismo (ουσ αρσ )
henna (θηλ.ουσ)
henné (ουσ αρσ )
henry (ουσ αρσ )
herpes (ουσ αρσ )
hertz (ουσ αρσ )
hertziano (επίθ.)
hidalgo (ουσ αρσ )
hi–fi (ουσ αρσ )
hindi (αρσ. επίθ και ουσ)
hinterland (ουσ αρσ )
hippy (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
hitleriano (ουσ αρσ )
hitleriano (επίθ.)
hitlerismo (ουσ αρσ )
hobbista (ουσ αρσ και θηλ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---