ItalianoGreco


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • mèta (ουσ αρσ )
  • metà (θηλ.ουσ) ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

metà  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [meˈta]

το μισό, το ήμισυ


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---