Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zafferanàto  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [dzafferaˈnato]

1 αρωματισμένος με ζαφορά
2 κίτρινος (βαθυκίτρινος)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zaffera zafferano  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

zaccheroso (επίθ.)
zaffare (ρ. μτβ.)
zaffata (θηλ.ουσ)
zaffatura (θηλ.ουσ)
zaffera (θηλ.ουσ)
zafferanato (επίθ.)
zafferano (ουσ αρσ )
zafferano (επίθ.)
zafferanone (ουσ αρσ )
zaffirino (επίθ.)
zaffiro (αρσ. επίθ και ουσ)
zaffo (ουσ αρσ )
zagara (θηλ.ουσ)
zaino (ουσ αρσ )
zairiano (ουσ αρσ )
zairiano (επίθ.)
zambiano (ουσ αρσ )
zambiano (επίθ.)
zamia (θηλ.ουσ)
zampa (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---