Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


άβαφος
επίθετο

variante di [άβαφτος ^-η, -ο^]

άβαφτος  
επίθετο

1 non dipi`nto
2 di stoffa, lana, capelli non tinto
3 di persona non trucca`to

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  άβατος αβάφτιγος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---