Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


απεραντότητα  
ουσιαστικό θηλυκό

1 immensità ~f~
2 smisurate`zza ~f~
3 vastità ~f~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  απεραντοσύνη απέραστος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---