Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


απεργία  
ουσιαστικό θηλυκό

scio`pero ~m~ λευκή απεργία==sciopero bianco | απεργία πείνας==sciopero della fame

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  απεργάζομαι απεργιακός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---