Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


απεργάζομαι  
ρήμα παθητικό

trama`re απεργάζομαι τον αφανισμό κάποιου==tramare la rovina di qualcuno

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  απέραστος απεργία  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---