Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


έγερση  
ουσιαστικό θηλυκό

1 sve`glia ~f~; leva`ta ~f~
2 innalzame`nto ~m~; erezio`ne ~f~ έγερση κτιρίου==innalzamento di un edificio

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εγελιανός εγερτήριο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---