Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


εγγυούμαι
ρήμα παθητικό

variante di [εγγυώμαι]

εγγυώμαι
ρήμα παθητικό

1 garanti`re; presta`re garanzi`a η εταιρεία εγγυάται την καλή ποιότητα του προϊόντος==la ditta garantisce la buona qualità del prodotto | εγγυώμαι εγώ για την εχεμύθειά του==della sua descrizione garantisco io
2 garanti`re; assicura`re σου εγγυώμαι ότι πληροφορία είναι σωστή==ti assicuro che l'informazione è esatta

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εγγυοδοτώ εγγύς  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---