Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


εκτροπή  
ουσιαστικό θηλυκό

1 deflessio`ne ~f~
2 devia`nza ~f~
3 deviazio`ne ~f~
4 dirottame`nto ~m~
5 diversio`ne ~f~
6 storno ~m~
7 sviame`nto ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  έκτροπα έκτροπο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---