Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λαθασμένος
επίθετο

participio passato di [λαθάνω]

λανθασμένος  
επίθετο

sbaglia`to, erra`to λανθασμένη απόφαση == decisione sbagliata

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λαθάνω λαθασμένως  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---