Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θαλασσοκράτειρα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [θαλασσοκράτορας]

θαλασσοκράτορας  
ουσιαστικό αρσενικό

dominato`re dei mari η θαλασσoκράτειρα Βενετία == Venezia, la regina dei mari

θαλασσοκρατόρισσα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [θαλασσοκράτορας]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  θαλασσοθεραπευτικός θαλασσοκρατορία  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---