Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζαβλάκωμα  
ουσιαστικό ουδέτερο

((popolare)) stordime`nto ~m~, intontime`nto ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζαβαλής ζαβλακωμένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---