Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


azionatóre  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [attsjonaˈtore]

μηχανισμός κίνησης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  azionario azione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

azimutale (επίθ.)
azionamento (ουσ αρσ )
azionare (ρ. μτβ.)
azionariato (ουσ αρσ )
azionario (αρσ. επίθ και ουσ)
azionatore (αρσ. επίθ και ουσ)
azione (θηλ.ουσ)
azionista (ουσ αρσ και θηλ.)
azoico (ουσ αρσ )
azoospermia (θηλ.ουσ)
azotare (ρ. μτβ.)
azotato (επίθ.)
azotemia (θηλ.ουσ)
azoto (ουσ αρσ )
azoturia (θηλ.ουσ)
azza (θηλ.ουσ)
azzannare (ρ. μτβ.)
azzannata (θηλ.ουσ)
azzannatura (θηλ.ουσ)
azzardare (ρ. μτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---