Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


azòico  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [adˈdzɔjko]

αζωικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  azionista azoospermia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

azionariato (ουσ αρσ )
azionario (αρσ. επίθ και ουσ)
azionatore (αρσ. επίθ και ουσ)
azione (θηλ.ουσ)
azionista (ουσ αρσ και θηλ.)
azoico (ουσ αρσ )
azoospermia (θηλ.ουσ)
azotare (ρ. μτβ.)
azotato (επίθ.)
azotemia (θηλ.ουσ)
azoto (ουσ αρσ )
azoturia (θηλ.ουσ)
azza (θηλ.ουσ)
azzannare (ρ. μτβ.)
azzannata (θηλ.ουσ)
azzannatura (θηλ.ουσ)
azzardare (ρ. μτβ.)
azzardarsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzardato (επίθ.)
azzardo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---