Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


azzàrdo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [adˈdzardo]

1 (pericolo) ο κίνδυνος
2 (sorte) η τύχη


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  azzardato azzardoso  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


giocatore [αρσ.] d'azzardo = ο τζογαδόρος || gioco [αρσ.] d'azzardo = το τυχερό παχνίδι


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

azzannata (θηλ.ουσ)
azzannatura (θηλ.ουσ)
azzardare (ρ. μτβ.)
azzardarsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzardato (επίθ.)
azzardo (ουσ αρσ )
azzardoso (επίθ.)
azzeccagarbugli (ουσ αρσ )
azzeccare (ρ. μτβ.)
azzeramento (ουσ αρσ )
azzerare (ρ. μτβ.)
azzeruolo (ουσ αρσ )
azzima (θηλ.ουσ)
azzimare (ρ. μτβ.)
azzimarsi (ρ.μ. (αντων.))
azzimato (επίθ.)
azzimo (επίθ.)
azzittire (ρ. μτβ. και αμετβ.)
azzittirsi (ρ. μ. αμτβ.)
azzonamento (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---