Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


bagnaròla  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [baɲɲaˈrɔla]

1 σακαράκα
2 μπανιέρα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  bagnarsi bagnasciuga  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

baglio (ουσ αρσ )
bagliore (ουσ αρσ )
bagnante (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
bagnare (ρ. μτβ.)
bagnarsi (ρ. μ. μτβ. και αμτβ.)
bagnarola (θηλ.ουσ)
bagnasciuga (ουσ αρσ )
bagnata (θηλ.ουσ)
bagnato (επίθ.)
bagnatura (θηλ.ουσ)
bagnino (ουσ αρσ )
bagno (ουσ αρσ )
bagnomaria (ουσ αρσ )
bagnoschiuma (ουσ αρσ )
bagordo (ουσ αρσ )
baguette (θηλ.ουσ)
baia (θηλ.ουσ)
baiadera (θηλ.ουσ)
bailamme (ουσ αρσ )
baiocco (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---