Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


Αποσαφήνιση


Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • gallerìa (θηλ.ουσ) tunnel ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
  • gallèria (θηλ.ουσ) tipo di farfalla


gallerìa  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [galleˈria]

1 στοά
2 εξώστης θεάτρου ή κινηματογράφου
3 τούνελ
4 υπόγειο πέρασμα
5 τοξωτή στοά
6 σήραγγα
7 τοξωτή μακριά γαλαρία
8 γαλαρία
9 γκαλερί


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  galleggiare galleria  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

galleggiabilità (θηλ.ουσ)
galleggiamento (ουσ αρσ )
galleggiante (ουσ αρσ )
galleggiante (επίθ.)
galleggiare (ρ.αμτβ.)
galleria (θηλ.ουσ)
galleria (θηλ.ουσ)
gallerista (ουσ αρσ και θηλ.)
Galles (ουσ αρσ )
gallese (ουσ αρσ )
gallese (επίθ.)
galletta (θηλ.ουσ)
galletto (ουσ αρσ )
Gallia (κύρ.όν. θηλ.)
gallicanismo (ουσ αρσ )
gallicano (επίθ.)
gallicismo (ουσ αρσ )
gallico (επίθ.)
gallina (θηλ.ουσ)
gallinaccio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---