Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


harem  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈarem]

το χαρέμι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  harakiri harmattan  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

handicappato (ουσ αρσ )
handicappato (επίθ.)
hangar (ουσ αρσ )
happening (ουσ αρσ )
harakiri (ουσ αρσ )
harem (ουσ αρσ )
harmattan (ουσ αρσ )
harmonium (ουσ αρσ )
harveizzare (ρ. μτβ.)
hascisc (ουσ αρσ )
hashish (ουσ αρσ )
haute (θηλ.ουσ)
haute–couture (θηλ.ουσ)
hawaiano (αρσ. επίθ και ουσ)
hegeliano (ουσ αρσ )
hegeliano (επίθ.)
hegelismo (ουσ αρσ )
henna (θηλ.ουσ)
henné (ουσ αρσ )
henry (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---