Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ìbrido  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈibrido]

υβρίδιο

ìbrido  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈibrido]

1 υβριδικός
2 νοθογενής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ibridismo ibseniano  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ibleo (επίθ.)
ibridare (ρ. μτβ.)
ibridatore (ουσ αρσ )
ibridazione (θηλ.ουσ)
ibridismo (ουσ αρσ )
ibrido (ουσ αρσ )
ibrido (επίθ.)
ibseniano (επίθ.)
icastica (θηλ.ουσ)
icastico (επίθ.)
iccase (ουσ αρσ και θηλ.)
iceberg (ουσ αρσ )
icneumone (ουσ αρσ )
icnografia (θηλ.ουσ)
icnografico (επίθ.)
icnografo (ουσ αρσ )
icona (θηλ.ουσ)
iconico (επίθ.)
iconoclasta (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
iconoclastia (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---