Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


icàstica  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [iˈkastika]

εικαστική τέχνη


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ibseniano icastico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ibridazione (θηλ.ουσ)
ibridismo (ουσ αρσ )
ibrido (ουσ αρσ )
ibrido (επίθ.)
ibseniano (επίθ.)
icastica (θηλ.ουσ)
icastico (επίθ.)
iccase (ουσ αρσ και θηλ.)
iceberg (ουσ αρσ )
icneumone (ουσ αρσ )
icnografia (θηλ.ουσ)
icnografico (επίθ.)
icnografo (ουσ αρσ )
icona (θηλ.ουσ)
iconico (επίθ.)
iconoclasta (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
iconoclastia (θηλ.ουσ)
iconoclastico (επίθ.)
iconografia (θηλ.ουσ)
iconografico (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---