Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


macrocèfalo  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [makroˈʧɛfalo]

δολιχοκέφαλος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  macrocefalia macrochilia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

maciullare (ρ. μτβ.)
macramè (ουσ αρσ )
macrobiotica (θηλ.ουσ)
macrobiotico (επίθ.)
macrocefalia (θηλ.ουσ)
macrocefalo (αρσ. επίθ και ουσ)
macrochilia (θηλ.ουσ)
macrochiria (θηλ.ουσ)
macrocosmo (ουσ αρσ )
macrocristallino (επίθ.)
macrodattilia (θηλ.ουσ)
macrodattilo (αρσ. επίθ και ουσ)
macrodontismo (ουσ αρσ )
macroeconomia (θηλ.ουσ)
macroeconomico (επίθ.)
macrofotografia (θηλ.ουσ)
macrologia (θηλ.ουσ)
macromelia (θηλ.ουσ)
macromolecola (θηλ.ουσ)
macromolecolare (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---