Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


macrodàttilo  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [makroˈdattilo]

1 μακροδάκτυλος
2 μακροδακτυλικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  macrodattilia macrodontismo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

macrochilia (θηλ.ουσ)
macrochiria (θηλ.ουσ)
macrocosmo (ουσ αρσ )
macrocristallino (επίθ.)
macrodattilia (θηλ.ουσ)
macrodattilo (αρσ. επίθ και ουσ)
macrodontismo (ουσ αρσ )
macroeconomia (θηλ.ουσ)
macroeconomico (επίθ.)
macrofotografia (θηλ.ουσ)
macrologia (θηλ.ουσ)
macromelia (θηλ.ουσ)
macromolecola (θηλ.ουσ)
macromolecolare (επίθ.)
macroorganismo (ουσ αρσ )
macroscopico (επίθ.)
macrosomia (θηλ.ουσ)
macrostruttura (θηλ.ουσ)
macuba (ουσ αρσ και θηλ.)
macula (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---