ItalianoGreco


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • nòcciolo (ουσ αρσ ) parte interna
  • nocciòlo (ουσ αρσ ) pianta ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

nocciòlo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [notˈʧɔlo]

1 botanica η φουντουκιά
2 (di frutto) το κουκούτσι


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---