Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zànni  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdzanni]

1 γελωτοποιός
2 δουλικός ακόλουθος
3 γελοίος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zannata zannuto  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

zangola (θηλ.ουσ)
zangolatore (ουσ αρσ )
zangolatura (θηλ.ουσ)
zanna (θηλ.ουσ)
zannata (θηλ.ουσ)
zanni (ουσ αρσ )
zannuto (επίθ.)
Zante (θηλ.ουσ)
zanzara (θηλ.ουσ)
zanzariera (θηλ.ουσ)
zappa (θηλ.ουσ)
zappare (ρ. μτβ.)
zappata (θηλ.ουσ)
zappaterra (ουσ αρσ και θηλ.)
zappatore (αρσ. επίθ και ουσ)
zappatrice (θηλ.ουσ)
zappatura (θηλ.ουσ)
zappetta (θηλ.ουσ)
zappettare (ρ. μτβ.)
zar (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---