Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zatteróne  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [tsatteˈrone], [dzatteˈrone]

1 πλάκα
2 χοντρή φέτα (ψωμιού-ξύλου κλπ)
3 αποβατικό σκάφος
4 μεγάλη σχεδία


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zatterino zavorra  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

zarina (θηλ.ουσ)
zarista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
zattera (θηλ.ουσ)
zatteraggio (ουσ αρσ )
zatterino (ουσ αρσ )
zatterone (ουσ αρσ )
zavorra (θηλ.ουσ)
zavorramento (ουσ αρσ )
zavorrare (ρ. μτβ.)
zazzera (θηλ.ουσ)
zazzerone (ουσ αρσ )
zazzeruto (επίθ.)
zebra (θηλ.ουσ)
zebrato (επίθ.)
zebratura (θηλ.ουσ)
zebù (ουσ αρσ )
zecca (θηλ.ουσ)
zecchinetta (θηλ.ουσ)
zecchino (ουσ αρσ )
zeccola (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---