Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αβασάνιστος  
επίθετο

1 di cose non accerta`to; non verifica`to
2 di cose precipito`so; avventa`to αβασάνιστη απόφαση==decisone avventata
3 di persona non tormenta`to; non travaglia`to

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αβάς αβασίλευτος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---