Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


baggiàno  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [badˈʤano]

αφελής χωριάτης

baggiàno  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [badˈʤano]

1 κουτός
2 χαζός
3 ηλίθιος
4 ανόητος
5 βλάκας


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  baggianata baglio  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

bagarino (ουσ αρσ )
bagascia (θηλ.ουσ)
bagattella (θηλ.ουσ)
baggeo (αρσ. επίθ και ουσ)
baggianata (θηλ.ουσ)
baggiano (ουσ αρσ )
baggiano (επίθ.)
baglio (ουσ αρσ )
bagliore (ουσ αρσ )
bagnante (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
bagnare (ρ. μτβ.)
bagnarsi (ρ. μ. μτβ. και αμτβ.)
bagnarola (θηλ.ουσ)
bagnasciuga (ουσ αρσ )
bagnata (θηλ.ουσ)
bagnato (επίθ.)
bagnatura (θηλ.ουσ)
bagnino (ουσ αρσ )
bagno (ουσ αρσ )
bagnomaria (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---