Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


còito  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈkɔjto]

1 σεξουαλική συνεύρεση
2 πράξη (συνουσία)
3 συνουσία


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  coitale coke  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cointeressato (ουσ αρσ )
cointeressato (επίθ.)
cointeressenza (θηλ.ουσ)
coinvolgere (ρ. μτβ.)
coitale (επίθ.)
coito (ουσ αρσ )
coke (ουσ αρσ )
cola (θηλ.ουσ)
colà (επίρ.)
colabrodo (ουσ αρσ )
colaggio (ουσ αρσ )
colangiografia (θηλ.ουσ)
colangite (θηλ.ουσ)
colapasta (ουσ αρσ )
colare (ρ.αμτβ.)
colare (ρ. μτβ.)
colata (θηλ.ουσ)
colaticcio (αρσ. επίθ και ουσ)
colato (επίθ.)
colatoio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---