Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


handicap  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈɛndikap], [ˈandikap]

1 χάντικαπ
2 μειονέκτημα
3 φυσικό ελάττωμα
4 ισοζυγισμός (σε ιπποδρομίες)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  hamburger handicappare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

habitué (ουσ αρσ )
haitiano (αρσ. επίθ και ουσ)
halibut (ουσ αρσ )
hall (θηλ.ουσ)
hamburger (ουσ αρσ )
handicap (ουσ αρσ )
handicappare (ρ. μτβ.)
handicappato (ουσ αρσ )
handicappato (επίθ.)
hangar (ουσ αρσ )
happening (ουσ αρσ )
harakiri (ουσ αρσ )
harem (ουσ αρσ )
harmattan (ουσ αρσ )
harmonium (ουσ αρσ )
harveizzare (ρ. μτβ.)
hascisc (ουσ αρσ )
hashish (ουσ αρσ )
haute (θηλ.ουσ)
haute–couture (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---